19 Φεβρουαρίου 2018

Το μέλλον της λαϊκής εξουσίας στην Κούβα (1/2)


Εκατό χρόνια μετά την οχτωβριανή επανάσταση και 27 από την πτώση των σοσιαλιστικών καθεστώτων στην Α. Ευρώπη, η επανάσταση στην Κούβα εξακολουθεί την πορεία της, παρά τις όποιες αναπόφευκτες δυσκολίες και λάθη. Το γεγονός αυτό από μόνο του είναι σχετικά παράδοξο καθώς πρόκειται για μια μικρή σε έκταση και σε πληθυσμό χώρα, με όχι ιδιαίτερα αναπτυγμένες τις παραγωγικές δυνάμεις, αφού εμφανή είναι ακόμη τα σημάδια της αποικιοκρατίας και της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης που την καταδίκασαν να ανήκει στις τριτοκοσμικές χώρες.


Ωστόσο, η επανάσταση στην Κούβα αντέχει. Άντεξε τις ποικίλες (στρατιωτικές, οικονομικές, διπλωματικές) πιέσεις των ΗΠΑ. Αναμφισβήτητα, το καθοριστικό στοιχείο για την αντοχή αυτή ήταν το γεγονός ότι, παρά τις υπαρκτές αδυναμίες, υπήρχε ενότητα λαού και πολιτικής ηγεσίας. Οι εργαζόμενοι αισθάνονταν ότι η κρατική εξουσία ήταν δική τους, ότι οι ηγέτες τους ήταν επιλεγμένοι από αυτούς και δεν ξεχώριζαν από αυτούς. Γι' αυτό, ακόμη και στις πιο δύσκολες οικονομικές καταστάσεις στις αρχές – μέσα της δεκαετίας του 1990 όταν οι ελλείψεις ήταν πολύ μεγάλες, ο λαός παρέμεινε ενωμένος και διατήρησε την επαναστατική εξουσία του σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Οι φωνές επιστροφής στον καπιταλισμό ήταν μειοψηφικές έως περιθωριακές.

Το επαναστατικό καθεστώς αντέχει ακόμη και σήμερα στις δύσκολες συνθήκες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Τη στιγμή που η καπιταλιστική οικονομία κλονίζεται από την κρίση και που οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις εντείνονται τρέφοντας όλο και περισσότερο πολέμους αναδιανομής των σφαιρών επιρροής, η Κούβα μόνη, χωρίς άλλα σοσιαλιστικά κράτη στο πλάι της αγωνίζεται να διατηρήσει την επανάσταση και να βελτιώνει με τις δικές της δυνάμεις τη ζωή του λαού. Η καπιταλιστική κρίση επηρεάζει και την Κούβα εφόσον η χώρα βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς καπιταλιστικού εμπορίου. Ειδικά επηρεάζεται η οικονομία της από τον τουρισμό.

Διαθέτει βέβαια κάποιους συμμάχους, όπως οι προοδευτικές κυβερνήσεις της Βενεζουέλας ή άλλων κρατών της Λ. Αμερικής. Αναζητά επίσης και βρίσκει οικονομικούς εταίρους, όπως για παράδειγμα η Ρωσία, εκμεταλλευόμενη τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Αυτό όμως δεν αλλάζει τη στρατηγική κατάσταση απομόνωσης στην οποία βρίσκεται.

Στις συνθήκες αυτές η Κούβα είναι αναγκασμένη να προβεί σε μια σειρά παραχωρήσεις στις καπιταλιστικές σχέσεις[1]. Εφαρμόζει μια οικονομική πολιτική τύπου ΝΕΠ. Η επαναστατική κυβέρνηση των μπολσεβίκων και ο Λένιν είχαν εφαρμόσει ένα παρόμοιο οικονομικό πρόγραμμα περιορισμένων παραχωρήσεων στον καπιταλισμό εξαιτίας του χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της Ρωσίας (μαζί με φεουδαρχικά κατάλοιπα, διεσπαρμένη μικροϊδιοκτησία) και των καταστροφών από τους πολέμους που αποδυνάμωσαν παραπέρα την οικονομική βάση της χώρας[2].

Στην Κούβα τρεις είναι οι βασικοί παράγοντες που αναγκάζουν σε αυτή την περιορισμένη αναδίπλωση: α.η καπιταλιστική απομόνωση μιας μικρής σοσιαλιστικής, νησιωτικής νησίδας και μάλιστα χώρας με τη βαριά κληρονομιά της τριτοκοσμικής υπανάπτυξης εξαιτίας της αποικιοκρατίας, β.ο αποκλεισμός των ΗΠΑ που εξακολουθεί να υφίσταται και γ.η επίδραση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης.

Η υποχώρηση ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990 όταν η χώρα έχασε όχι μόνο τα πολιτικά της στηρίγματα στον κόσμο αλλά και τους οικονομικούς της εταίρους. Τότε έγιναν κάποια πρώτα βήματα στην κατεύθυνση αυτή που καταγράφηκαν και Συνταγματικά. Τα βήματα απέδωσαν καρπούς. Μετά την κατακρήμνιση που σημειώθηκε το 1990, η οικονομική κατάσταση της χώρας και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων αρχικά σταθεροποιήθηκε και στη συνέχεια βελτιώθηκε. Στο προηγούμενο 6ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας αποφασίστηκε να γίνουν περαιτέρω αλλαγές στην κατεύθυνση αυτή καθώς εκτιμήθηκε ότι τα δομικά προβλήματα παραμένουν.

Η υποχώρηση αυτή δεν αμφισβητεί καταρχήν το σοσιαλιστικό χαρακτήρα της οικονομίας[3]. Αποτελεί αναμφίβολα μια ελεγχόμενη, περιορισμένη αλλά πάντως μια στρατηγική υποχώρηση. Παραχωρεί έδαφος στις καπιταλιστικές σχέσεις προκειμένου να βοηθηθεί η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αφού αυτό στην παρούσα συγκυρία είναι αδύνατο να επιτευχθεί μόνο με τις προσπάθειες του σοσιαλιστικού τομέα της οικονομίας. Η άνοδος των παραγωγικών δυνάμεων μπορεί να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο του λαού, να δώσει την απαραίτητη οικονομική βάση για την μελλοντική ανάπτυξη της σοσιαλιστικής οικονομίας εν αναμονή επαναστατικών εξελίξεων σε άλλα μέρη του κόσμου ώστε να σπάσει ο καπιταλιστικός κλοιός.

Βέβαια, μια τέτοια πολιτική εγκυμονεί κινδύνους για το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα αλλά και για τον χαρακτήρα της πολιτικής εξουσίας στην Κούβα. Ο Λένιν αντιμετώπισε το ζήτημα σε μάλλον ευνοϊκότερες συνθήκες καθώς η Σοβιετική Ένωση του 1922 ήταν σε καπιταλιστικό κλοιό και καθυστερημένη παραγωγικά αλλά είχε το πλεονέκτημα της μεγάλης έκτασης, του μεγάλου πληθυσμού και ιδίως των μεγάλων πλουτοπαραγωγικών πηγών και δυνατοτήτων. Τις συνθήκες όμως δεν τις διαλέγει κανείς. Είναι δεδομένες και μέσα σε αυτές πρέπει να χαράξει πολιτική.

Σημείωνε πάντως ο Λένιν ότι οι παραχωρήσεις στον καπιταλισμό παραμένουν μια ιστορικά προσωρινή παρένθεση αρκεί α. να κρατήσει το εργατικό κράτος τα περισσότερα μέσα παραγωγής και β. να παραμείνει η εξουσία στα χέρια της εργατικής τάξης. Όσο η εργατική τάξη διατηρεί την εξουσία μπορεί να έχει τον έλεγχο της οικονομίας της χώρας, να διαφυλάσσει τους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας, να διορθώνει τις αρνητικές επιδράσεις των καπιταλιστικών σχέσεων, να βάζει όρια. Έγραφε χαρακτηριστικά πως “ο καπιταλισμός που αναπτύσσεται μ' αυτό τον τρόπο, βρίσκεται κάτω από έλεγχο, κάτω από επιτήρηση, ενώ η κρατική εξουσία παραμένει στα χέρια της εργατικής τάξης και του εργατικού κράτους”[4].

Κατά συνέπεια, το κρίσιμο ζήτημα για το μέλλον της επανάστασης στην Κούβα είναι να παραμείνουν τα βασικά μέσα παραγωγής στα χέρια του κράτους, να διατηρηθεί και βελτιωθεί ο εργατικός – λαϊκός χαρακτήρας της κρατικής εξουσίας μαζί και του επαναστατικού κόμματος. Η ταξική φυσιογνωμία του κράτους δεν πρέπει να κρίνεται τυπικά. Η εργατική τάξη δεν κατέχει την εξουσία επειδή η κυβέρνηση διακηρύσσει κάτι τέτοιο. Το ζήτημα κρίνεται στην πράξη.

Από την άποψη αυτή έχει σημασία να εξετάσει κανείς τα χαρακτηριστικά της λαϊκής εξουσίας στην Κούβα, τις επιδράσεις που μπορεί να έχει το άνοιγμα στις καπιταλιστικές σχέσεις και τα μέτρα που λαμβάνονται για να αντιμετωπιστούν τέτοιου είδους προβλήματα. Σε διαλεκτική σύνδεση με αυτό σημασία έχει επίσης η μελέτη των επιδράσεων στο επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης. Από τη σταθερότητα και την εμβάθυνση του εργατικού λαϊκού χαρακτήρα του κράτους και του κόμματος εξαρτάται η αντοχή στις πιέσεις των καπιταλιστικών σχέσεων και η μακροημέρευση και βελτίωση του σοσιαλισμού στην Κούβα.


Η σοσιαλιστική δημοκρατία σήμερα: δυναμισμός και αδυναμίες 

Από άποψη θεωρητική οι ιδρυτές του μαρξισμού, βασιζόμενοι στην εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας και των άλλων επαναστάσεων, υποστήριζαν ότι το επαναστατικό κράτος είναι δυνατό και πρέπει να διακρίνεται από τα εξής στοιχεία: αιρετότητα όλων των κρατικών αξιωματούχων, ανακλητότητα, εναλλαγή, έλεγχός τους από το λαό, κατάργηση κάθε προνομίου των αξιωματούχων, εξοπλισμός του λαού, μετατροπή των λαϊκών συνελεύσεων και των αντιπροσωπευτικών σωμάτων σε αποφασιστικά όργανα εξουσίας[5].

Ωστόσο, η ύπαρξη και η εξέλιξη των χαρακτηριστικών ενός κράτους είναι ζήτημα δυναμικό. Αυτό ισχύει και για την περίπτωση της Κούβας. Η δυνατότητα δεν μετασχηματίζεται αυτόματα σε πραγματικότητα. Η δεύτερη αποτελεί καρπό των συνθηκών και των υποκειμενικών παρεμβάσεων. Το επίπεδο της δημοκρατίας δεν μένει ποτέ στατικό. Δεν υπάρχει σε ολοκληρωμένη και καθαρή μορφή, κινείται και αλλάζει προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Η σοσιαλιστική δημοκρατία μπορεί άλλοτε να βαθαίνει και να γίνεται πιο διευρυμένη και πιο ουσιαστική η συμμετοχή του λαού και μπορεί άλλοτε να οπισθοχωρεί. Μια σειρά αντικειμενικοί και υποκειμενικοί παράγοντες, εσωτερικοί και διεθνείς, επιδρούν σε αυτό.

Το ζήτημα είναι λοιπόν να μελετηθεί το πραγματικό σημείο που βρίσκεται σήμερα η δημοκρατία της Κούβας, αν και πώς διασφαλίζονται οι παραπάνω αρχές σε συνταγματικό και νομικό επίπεδο, πώς εφαρμόζονται στην πράξη, τις πιέσεις που ασκεί ή που θα ασκήσει το περιορισμένο άνοιγμα στις καπιταλιστικές σχέσεις.

1.Αιρετότητα

Το Σύνταγμα και η νομοθεσία της Κούβας διασφαλίζουν την αιρετότητα όλων των βασικών κρατικών οργάνων και λειτουργών. Προβλέπουν ακόμη την υποχρέωση των εκλεγμένων να λογοδοτούν περιοδικά στο λαό καθώς και τη δυνατότητα του τελευταίου να τους ανακαλεί.

Η επιστημονική και πολιτική συζήτηση στην Κούβα επισημαίνει ωστόσο αδυναμίες που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Είναι γεγονός ότι το σύστημα των υποψηφιοτήτων στην Κούβα διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό τη λαϊκή συμμετοχή. Στις εκλογές για τις δημοτικές συνελεύσεις υποχρεωτικά πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον 2 έως 8 υποψηφιότητες για κάθε εκλόγιμη θέση. Υποψηφίους προτείνουν οι ίδιοι οι πολίτες, χωρίς κανένα ιδεολογικο-πολιτικό ή άλλο περιορισμό. Επίσης δεν προτείνει υποψηφίους το Κομμουνιστικό Κόμμα. 

Οι δημοτικές συνελεύσεις έχουν αποφασιστικό ρόλο στην ανάδειξη υποψηφίων για την Εθνική Συνέλευση και τις Επαρχιακές Συνελεύσεις. Εγκρίνουν ή απορρίπτουν τις υποψηφιότητες για την Εθνική Συνέλευση και τις Επαρχιακές Συνελεύσεις έπειτα από πρόταση της Εθνικής επιτροπής υποψηφιοτήτων. Η τελευταία απαρτίζεται από εκπροσώπους της κεντρικής ένωσης των εργατικών συνδικάτων, των Επιτροπών Υπεράσπισης της Επανάστασης, της ομοσπονδίας των μικροκαλλιεργητών, της ομοσπονδίας γυναικών της Κούβας, της ομοσπονδίας των φοιτητικών συλλόγων και των συλλόγων μαθητών μέσης εκπαίδευσης. Μια αξιόλογη πρόταση είναι να προβλεφθεί από το νόμο η υποχρέωση των επιτροπών υποψηφιοτήτων να δημοσιοποιούν τις σχετικές συζητήσεις[6]. Ακόμη, έχει προταθεί η δυνατότητα περισσότερων υποψηφιοτήτων από τις εκλόγιμες θέσεις να ισχύσει σε όλα τα επίπεδα και όχι μόνο στο πρωτοβάθμιο επίπεδο των δημοτικών συνελεύσεων[7].

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι υπάρχει κάμψη της αρχής της αιρετότητας στα διευθυντικά στελέχη τομέων της οικονομίας και της δημόσιας διοίκησης. Αυτά διορίζονται με αποφάσεις των εκτελεστικών οργάνων των αντιπροσωπευτικών σωμάτων. Έχουν κατατεθεί προτάσεις για να προβλέπεται κάποιου είδους συμμετοχή μέσω εκλογικής διαδικασίας[8].

2.Ανακλητότητα

Ο έλεγχος και η δυνατότητα ανάκλησης των αντιπροσώπων είναι επίσης κατοχυρωμένα νομικά. Στην πράξη όμως παρατηρείται συχνά το φαινόμενο της σχετικής χαλάρωσης της σχέσης των αντιπροσώπων με τους εκλογείς. Οι αντιπρόσωποι, κυρίως της κεντρικής πολιτικής σκηνής διαθέτουν εκ των πραγμάτων ένα επίπεδο πληροφόρησης και γνώσης πολύ διαφορετικό εκείνου των εκλογέων. Το γεγονός αυτό συχνά εμποδίζει τους εκλογείς να ασκήσουν αποτελεσματικό έλεγχο. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν παρατηρείται θεμελιακή αποστασιοποίηση των αντιπροσώπων από τους εκλογείς, έχει ως αποτέλεσμα η ανάκληση αντιπροσώπου να είναι μάλλον σπάνιο φαινόμενο.

Επιπλέον, με βάση το νόμο, η ανάκληση των βουλευτών της Εθνικής Συνέλευσης και των επαρχιακών Συνελεύσεων δεν μπορεί να γίνει με πρωτοβουλία των εκλογέων από τα κάτω. Έχει προταθεί η αλλαγή του νόμου και η υιοθέτηση του μοντέλου της Βενεζουέλας, της Βολιβίας ή του Εκουαδόρ που προβλέπουν ότι αν ένα ποσοστό των εκλογέων της περιφέρειας (20, 30, ή 10%) το ζητήσει, κινείται η διαδικασία του ερωτήματος της ανάκλησης.

3.Ενότητα νομοθετικής και εκτελεστικής λειτουργίας

Τα αντιπροσωπευτικά σώματα είναι με βάση το Σύνταγμα και τη νομοθεσία τα αποφασιστικά όργανα εξουσίας. Ωστόσο, στην πράξη παρατηρείται μια σχετική διολίσθηση της εξουσίας στα όργανα της εκτελεστικής. Για το λόγο αυτό έχουν κατατεθεί προτάσεις που ενισχύουν το ρόλο των αντιπροσωπευτικών σωμάτων ώστε αυτά να γίνουν έμπρακτα φορείς της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας.

Ειδικά οι λαϊκές συνελεύσεις θα πρέπει να έχουν αποφασιστική αρμοδιότητα για κάθε τοπικό ζήτημα αλλά και να είναι συμμέτοχοι σε όλες τις αποφάσεις πανεθνικού χαρακτήρα. Το Σύνταγμα της Κούβας (άρθρα 103 επ.), ενώ αναφέρεται στη γενική τοπική αρμοδιότητα των τοπικών συνελεύσεων και συμβουλίων, δεν αναφέρει συγκεκριμένα τη συμμετοχή τους στη διαμόρφωση των πανεθνικών αποφάσεων. Ωστόσο, είναι εδραιωμένη η πρακτική της διεξαγωγής παλλαϊκών συζητήσεων ιδίως στα εργατικά συνδικάτα και στις άλλες μαζικές οργανώσεις όλων των κρίσιμων πολιτικών και οικονομικών ζητημάτων. Οι συζητήσεις αυτές περιλαμβάνουν τη μεγάλη πλειοψηφία του λαού. Αυτό από μόνο του είναι σημαντικό, αρκεί βέβαια να διασφαλίζονται κάθε φορά οι όροι για την ουσιαστική συμμετοχή στους προβληματισμούς.

4.Ελευθερίες και δικαιώματα

Η πολιτική συμμετοχή προϋποθέτει, ανάμεσα σε άλλα, την ύπαρξη ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κατοχυρώνονται δικαιώματα όπως αυτά του συνέρχεσθαι ή της πληροφόρησης σε ένα επίπεδο και με τρόπο ανώτερο εκείνου της αστικής δημοκρατίας. Για παράδειγμα, η ελευθερία του τύπου μπορεί και πρέπει να σημαίνει, όπως επισήμαινε ο Λένιν, ότι οι μαζικοί φορείς των εργαζομένων είτε μεγάλες ομάδες τους έχουν τα υλικά μέσα για να εκδώσουν εφημερίδες κλπ[9]. Η πολιτική συμμετοχή προϋποθέτει επίσης την ελευθερία κριτικής της κυβέρνησης, των κρατικών αξιωματούχων. Στην Κούβα φαίνεται να υπάρχει ένα αξιοσημείωτο κατακτημένο επίπεδο στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών, χωρίς να αποκλείονται μεμονωμένα φαινόμενα σε αντίθετη κατεύθυνση.

Υπάρχουν αναλύσεις που προτείνουν την πιο ολοκληρωμένη πρόβλεψη θεσμών πολιτικής συμμετοχής στο Σύνταγμα της χώρας κατά το συνταγματικό πρότυπο της Βενεζουέλας, της Βολιβίας και του Εκουαδόρ. Προτείνεται δηλαδή να ενσωματωθούν στο Σύνταγμα τα δημοψηφίσματα (τοπικά και πανεθνικά) με πρωτοβουλία των πολιτών[10]. Το Κουβανικό Σύνταγμα προβλέπει στο άρθρο 88 τη λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία με την προϋπόθεση της συλλογής 10 χιλιάδων υπογραφών ή κατόπιν πρότασης των κεντρικών συνδικαλιστικών φορέων. Προτείνεται ακόμη η αναθεώρηση του Συντάγματος να μπορεί να ξεκινά με πρωτοβουλία ενός ελάχιστου αριθμού πολιτών και να υπόκειται η επικύρωσή του σε όλες τις περιπτώσεις σε δημοψήφισμα.

5.Κατάργηση των προνομίων

Οι θεμελιωτές του μαρξισμού θεωρούσαν ότι ένα από τα κομβικά σημεία διαφοροποίησης του εργατικού κράτους από το αστικό είναι η κατάργηση κάθε είδους προνομίων των κρατικών αξιωματούχων. Η επανάσταση στην Κούβα έλυσε αυτό το πρόβλημα ήδη αμέσως μετά την επικράτησή της.

Σε γενικές γραμμές φαίνεται πως ακόμη και σήμερα στην καθημερινή ζωή οι κρατικοί ιθύνοντες δεν απολαμβάνουν ιδιαίτερων μισθολογικών ή άλλων προνομίων. Για παράδειγμα η αναλογία βασικού και υπουργικού μισθού δεν ξεπέρασε το 1:4 ενώ τελευταία φαίνεται πως έχει διαμορφωθεί χαμηλότερα, κοντά στο 1:2[11]. Το στοιχείο αυτό διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο ειδικά στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν η κρίση έπληξε πολύ βαριά την Κούβα. Η ενότητα του λαού με την ηγεσία διατηρήθηκε σε μεγάλο βαθμό χάρη σε αυτό τον παράγοντα. Ωστόσο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι τα προνόμια μπορούν να επανεμφανισθούν με μορφές μη μισθολογικές, άτυπες, ενίοτε και παράνομες, καρπός της διαφθοράς, όπως συνέβη σε άλλα πρώην σοσιαλιστικά κράτη.

Πολλοί στην Κούβα επιμένουν στην αυστηρή εφαρμογή της λενινιστικής αρχής ότι οι αξιωματούχοι του σοσιαλιστικού κράτους πρέπει να αμείβονται με ένα συνηθισμένο μισθό εργάτη. Επικαλούνται μάλιστα την πρακτική και τις σχετικές αντιλήψεις του Ε. Τσε Γκεβάρα[12]. Επιπλέον, γίνεται λόγος για την ανάγκη καταπολέμησης, σε πολιτικό, ιδεολογικό και νομικό επίπεδο, της διαφθοράς που συνήθως παίρνει τη μορφή της παράνομης ιδιοποίησης δημόσιων αγαθών[13].

6.Εξοπλισμός του λαού

Κορυφαία σημασία για τη σοσιαλιστική δημοκρατία έχει επίσης η δυνατότητα της εργατικής τάξης και του λαού να κατέχουν τα υλικά μέσα επιβολής της βούλησής τους, να κατέχουν δηλαδή το μονοπώλιο της βίας. Αυτό διασφαλίζεται αν ο λαός είναι εξοπλισμένος και δημοκρατικά οργανωμένος σε όλα τα επίπεδα, μαζί και στο στρατιωτικό. Η δημιουργία και ύπαρξη των Επιτροπών Υπεράσπισης της Επανάστασης στην Κούβα, που αγκαλιάζουν τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού, σε κάθε οικοδομικό τετράγωνο, αποτελεί αναμφισβήτητα μια σημαντική εγγύηση.

Η διαφύλαξη της σοσιαλιστικής δημοκρατίας στην Κούβα μπορεί να γίνει μόνο μέσω της εμβάθυνσής της, μέσω της απαλλαγής της από αρνητικά φαινόμενα που απομακρύνουν τη λαϊκή συμμετοχή. Η εργατική δημοκρατία μπορεί και πρέπει να είναι μια διαρκής πορεία αυτοδιόρθωσης, συνεχούς εξάλειψης των γραφειοκρατικών στρεβλώσεων που αναγεννιούνται, εμβάθυνσης, προσέλκυσης ολοένα και με πιο ουσιαστικό τρόπο του λαού στη διαχείριση όλων των υποθέσεών του[14]. Στην παρούσα συγκυρία, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.


Πρώτη δημοσίευση άρθρου : περ. Ουτοπία, τ. 123, 2018, σελ. 43-57

___________________________________________________________________________

[1] J. L. Rodríguez, “Tendencias del marcado internacional y su impacto en la economia cubana (I)”, Cubadebate, 19.2.2015
2] Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Εισήγηση για το φόρο σε είδος”, Άπαντα, τ. 43, σελ. 150 και του ίδιου, “Η ΝΕΠ και τα καθήκοντα των επιτροπών πολιτικής διαφώτισης”, Άπαντα, τ. 44, σελ. 155 επ.
[3] Βλ. J. L. Rodríguez, “Cuba no está proponiendo un socialismo de mercado”, Cubadebate, 22.11.2014 και Ε. Morris, “Cuba ha demostrado que la economia socialista es posible”, Cubadebate, 24.12.2014.
[4] Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Εισήγηση για το φόρο σε είδος”, Άπαντα, τ. 43, σελ. 160-161.
[5] Βλ. ιδίως Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000 και Β.Ι.Λένιν, Κράτος και επανάσταση, Άπαντα, τ. 33.
[6] [ Βλ. D. Ralfus Pineda, “El sistema electoral cubano: de la representación formal a la participación real”, Temas, n. 78, 2014, σελ. 64 επ., 67.
[7] Βλ. J.C. Guanche, Estado, participación y representación politicas en Cuba: diseño institucional y práctica politica tras la reforma constitucional de 1992, Buenos Aires, CLASCO, 2011, σελ. 39, 58 επ.
[8] Βλ. J.C. Guanche, Estado, participación y representación politicas en Cuba: diseño institucional y práctica politica tras la reforma constitucional de 1992, οπ.π., σελ. 55.
[9] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Σχέδιο απόφασης για την ελευθεροτυπία», Άπαντα, τ. 35, σελ. 51 επ.
[10] Βλ. J.C. Guanche, Estado, participación y representación politicas en Cuba: diseño institucional y práctica politica tras la reforma constitucional de 1992, οπ.π., σελ. 41 επ.
[11] Ο μηνιαίος μισθός ενός υπουργού είναι 450 πέσος, όταν ο βασικός μισθός ανήλθε το 2004 από 120 στα 225. Βλ. R. Alarcón, “La democracia cubana no se agota en la representación formal, sino que incorpora mecanismos y formas de la democracia directa”, Rebelión, 6/12/2003, www.rebelion.orgκαι O. Everleny Perez Villanueva, “La economía en Cuba: un balance necesario y algunas propuestas de cambio”, Nueva Sociedad, n. 216, 2008, σελ. 49 επ., 59.
[12] Βλ. F. Luis Rojas, “El difícil camino a un “gobierno barato””, Rebelión, 19/7/2012, www.rebelion.org.
[13] Βλ. F. Barral, “Aproximación sociológica al problema de la corrupción en Cuba”, Temas, 5/5/2010 και R. Castro, “Discurso ante el VII Pleno den Partido¨, Juventud Rebelde, 31-7-2009.
[14] ] Βλ. J.L. Guasch Estévez, “Εl burocratismo a la luz del socialismo en el siglo XXI», Temas, n. 60, 2009, σελ. 48 επ.
[15] Βλ. περ. Ελληνοκουβανικά Νέα, τευχ. Ιούλης-Σεπτέμβρης 2015, σελ. 7.
[16] Βλ. R. Castro, Informe Central al VII Congreso del Partido Comunista Cuba, http://www.cubadebate.cu/noticias/2016/04/17/informe-central-al-vii-congreso-del-partido-comunista-cuba/#.VyoAmISLSM9 και Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, Αθήνα, εκδ. Πολιτιστικός σύλλογος Χοσέ Μαρτί, 2016, σελ. 17-18.
[17] Βλ. R. Castro, La Revolucion jamas encontrara solucion a sus problemas de espaldas al pueblo, http://www.cubadebate.cu/opinion/2016/04/19/la-revolucion-jamas-encontrara-solucion-a-sus-problemas-de-espaldas-al-pueblo/#.VyoAyISLSM9
[18] Βλ. και την πολύ αποκαλυπτική συνέντευξη του Κουβανού πρέσβη στην Ισπανία, http://www.cubadebate.cu/noticias/2015/02/22/embajador-cubano-en-espana-no-vamos-a-entregar-el-pais-al-capital-extranjero-ni-a-la-banca-internacional/#.Vyw5pISLSM8
[19] Βλ. Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, οπ.π., σελ. 23-24, 29, 35, 38-39, 60-61.
[20] Βλ. Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, οπ.π., σελ. 39-40.
[21] Βλ. Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, οπ.π., σελ. 42, 44-45, 46-47, 49, 52 επ.
[22] Βλ. Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, οπ.π., σελ. 39.
[23] Βλ. Φ. Κάστρο, «Άξιζε τον κόπο που ζήσαμε», περ. Ελληνοκουβανικά Νέα, τευχ. 82, 2006, προσβάσιμο στο http://www.kordatos.org/
[24] Βλ. J. Habel, “Cuba. Les défis du nouveau modèle”, Revue Tiers Monde, n. 173, 2003, σελ. 127 επ. και J. Habel, “Cuba. Le castrisme après Fidel Castro, une répétition générale ”, Mouvements, n. 47/48, 2006, σελ. 98 επ.
[25] Βλ. J.-P Cabestan, Le système politique chinois, Paris, Sciences Po/Les presses, 2014, σελ. 453 επ. και Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, οπ.π., σελ. 47.
[26] Βλ. O.J. Villar Barroso, “El papel de la política en el hundimiento soviético”, Temas, n. 78, 2014, σελ. 25 επ.
[27] Βλ. τη συζήτηση “Qué hacen los sindicatos”, Temas, n. 80, 2014, σελ. 96 επ. και Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Σχέδιο θέσεων σχετικά με το ρόλο και τα καθήκοντα των συνδικάτων στις συνθήκες της ΝΕΠ”, Άπαντα, τ. 44, σελ. 341 επ.
[28] Βλ. Ρ. Κάστρο, Θα συνεχίσουμε να προχωράμε με σταθερό βήμα. Κεντρική εισήγηση στο 7ο συνέδριο του ΚΚ Κούβας, οπ.π., σελ. 39.
[29] Βλ. M.-C. Bergère, Capitalismes et capitalistes en Chine, Paris, Perrin, 2007, σελ. 203 επ.