17 Οκτωβρίου 2017

Αλεχάντρο Κάστρο Εσπίν: Tο τίμημα της ισχύος, η αυτοκρατορία του τρόμου

Σημείωμα του συγγραφέα για τον Έλληνα αναγνώστη

Έκδοση - Διάθεση Νew Star (2015)
Γράφοντας αυτό το σημείωμα, μου έρχονται στο νου διάφορες επικές στιγμές, στις οποίες ο ελληνικός λαός, με αμέτρητες θυσίες, αναδείχτηκε σε επιφανή πρωταγωνιστή κοσμοϊστορικών γεγονότων που άφησαν το στίγμα τους στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Στην ελληνική γη προσέκρουσαν οι ηγεμονικές αξιώσεις ισχυρών αυτοκρατοριών που προσπάθησαν ανεπιτυχώς να επιβάλουν πολιτικές ιδέες και πολιτισμικά πρότυπα με σκοπό την υποδούλωση του ελληνικού λαού. Η κυριαρχία σε αυτή τη στρατηγική περιοχή του πλανήτη, στόχευε στην εξασφάλιση του ελέγχου σε έναν από τους πιο πολυπόθητους διαχρονικά Ευρασιατικούς δρόμους επικοινωνίας, της οποίας η κατοχή θεωρήθηκε από διάφορους εκφραστές της αυτοκρατορικής ιδεολογίας ως θεμελιώδης πυλώνας για την «επίτευξη παγκόσμιας υπεροχής».

Το βιβλίο που υποβάλλω στην κρίση των Ελλήνων αναγνωστών, πραγματεύεται την εμφάνιση και την ανάπτυξη της ιδεολογίας των ελίτ της εξουσίας, που για περισσότερο από δύο αιώνες έχουν σχηματίσει το αποκαλούμενο βορειοαμερικάνικο καθεστώς. Η έρευνα που πραγματοποιήθηκε περιλαμβάνει τα ιστορικά γεγονότα που επηρέασαν την εξέλιξή της και τη διαμόρφωση των στρατηγικών προβλέψεών της για την Τρίτη Χιλιετία, με στόχο να εξασφαλιστεί η υπεροχή των συμφερόντων της βορειοαμερικάνικης υπερδύναμης και να αποφευχθεί η δημιουργία άλλων πόλων που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την υποτιθέμενη παγκόσμια υπεροχή.


Αυτές οι γραμμές έχουν σκοπό να επικαιροποιήσουν σχετικά με την εξέλιξη πάνω στο θέμα αυτό που έχει τεθεί σε παγκόσμιο πλαίσιο, λαμβάνοντας υπόψη ότι το βιβλίο ολοκληρώθηκε στις αρχές του 2009 και η πρώτη του έκδοση δόθηκε στη δημοσιότητα στην Έκθεση Βιβλίου της Αβάνας, όταν η αμερικάνικη κυβέρνηση του Barack Obama είχε πρόσφατα ορκιστεί.

Αλεχάντρο  Κάστρο Εσπίν
Έχοντας υποφέρει για οκτώ χρόνια από τις υπερβολές μίας από τις χειρότερες υπερσυντηρητικές κυβερνήσεις που είχαν ποτέ οι Ηνωμένες Πολιτείες, το ιστορικό γεγονός που σηματοδοτούσε η πρώτη εκλογή ενός Αφροαμερικανού προέδρου σε αυτή τη χώρα, αύξησε τις προσδοκίες και αποτέλεσε κίνητρο ελπίδας για τους συμπατριώτες του και για πολλούς λαούς του κόσμου.

Με μία φαινομενικά ριζοσπαστική ομιλία, ο Ομπάμα ευαγγελίστηκε μια βαθιά αλλαγή στην κουρασμένη και δύσπιστη αμερικανική κοινωνία. Μίλησε για την απόσυρση σε σύντομο διάστημα των στρατευμάτων από το Ιράκ και την επίτευξη ειρήνης στο Αφγανιστάν, συγκρούσεις στις οποίες τα θύματα είχαν ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο άτομα, ενώ ο αριθμός των αμερικανών στρατιωτών που είχαν σκοτωθεί και στα δύο πεδία συγκρούσεων εκτιμόταν σε 5,000.

Επιχειρηματολογώντας για την αναγκαιότητα της διατήρησης και της υπεράσπισης των ηθικών αξιών της αμερικάνικης κοινωνίας, ο Πρόεδρος ανακοίνωσε την απόλυτη αποφασιστικότητά του να κλείσει τα κέντρα κράτησης και βασανισμού στην αμερικάνικη ναυτική βάση του Γκουαντάναμο, που βρίσκεται παράνομα σε κουβανικό έδαφος ενάντια στη θέληση του λαού της Κούβας, να καταργήσει τα αίσχη και τις αποτρόπαιες πρακτικές που χρησιμοποιούνται εις βάρος ανθρώπων από στελέχη του στρατού και της ομάδας των υπηρεσιών πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών, στο όνομα του αγώνα «ενάντια» στον τρόμο, που τόση κατακραυγή είχαν προκαλέσει στη διεθνή κοινότητα.

Ο Obama αμφισβητούσε τη στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας που εφαρμόστηκε από τον προκάτοχό του στο Λευκό Οίκο, στηριγμένη στην έννοια του προληπτικού πολέμου, η οποία είχε προκαλέσει παρόμοιες φρικαλεότητες στην απαρχή της τρίτης χιλιετίας, εξαπολύοντας μια αιματηρή παγκόσμια «αντι»-τρομοκρατική σταυροφορία.

Ο George W. Bush επιτέθηκε σε πολλές αραβικές χώρες, ενώ  δαιμονοποιούσε την ισλαμική θρησκεία με μία ενορχηστρωμένη επικοινωνιακή εκστρατεία, η οποία ενθάρρυνε τον ξενόφοβο εξτρεμισμό ενάντια σε άτομα που πρέσβευαν αυτή τη θρησκεία ή απλώς κατάγονταν από αυτή την περιοχή. Απώτερος στόχος του ήταν να επηρεάσει την αμερικανική και διεθνή κοινή γνώμη, προκειμένου να νομιμοποιήσει τις ψευδεπίγραφες προφάσεις και να ολοκληρώσει τις πράξεις ιμπεριαλιστικής αρπαγής εναντίον αυτών των εθνών.

Ο νέος Πρόεδρος απέρριπτε αυτό το καταστροφικό προηγούμενο, αμφισβητούσε τις κερδοσκοπικές χρηματοοικονομικές πρακτικές και τις υπερβολές στις ομοσπονδιακές δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από τους προκατόχους του, που είχαν βυθίσει το έθνος και τον κόσμο στην πιο σοβαρή οικονομική κρίση, τονίζοντας την αποφασιστικότητά του να αντιστρέψει την περίπλοκη αυτή κατάσταση κατά τη διάρκεια της θητείας του.

Ωστόσο, η βούληση του Προέδρου να προωθήσει την "αλλαγή" που απαιτείται για τις προεκτάσεις της διεθνούς και εσωτερικής πολιτικής που έπρεπε να αντιμετωπίσει η δημοκρατική κυβέρνηση, να ανταποκριθεί στις προκλήσεις και αλλαγές που οραματιζόταν, δεν εκφράστηκε αντικειμενικά με ουσιαστικές αναθεωρήσεις στη χάραξη και εφαρμογή της στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας, που συνέλαβε και ενέκρινε ο Obama, με τρόπο που θα έσπαγε την πολεμοχαρή και άκαμπτη παγκόσμια αντίληψη που κληρονόμησε από την παρατεταμένη διακυβέρνηση του Μπους.

Στον πρόλογο του κειμένου αυτής της στρατηγικής που εξέδωσε ο Λευκός Οίκος τον Μάιο του 2010, ο Πρόεδρος διαβεβαίωσε ότι η χώρα του ζούσε μια στιγμή «μετάβασης και αλλαγής» , λόγω του ότι ο παγκοσμιοποιημένος κόσμος είναι τόσο δυναμικός που δημιουργεί ευκαιρίες αλλά και κινδύνους. Ανάμεσα στις κύριες απειλές ανέφερε την διεθνή τρομοκρατία, την εξάπλωση όπλων μαζικής καταστροφής, την οικονομική κρίση, την κλιματική αλλαγή και τις πανδημίες.

Τόνισε ότι η στρατηγική του επικεντρώθηκε στην «εθνική ανανέωση και την παγκόσμια ηγεσία των ΗΠΑ» και ότι «κανένα έθνος δεν είναι σε καλύτερη θέση για να ηγηθεί σε μία εποχή παγκοσμιοποίησης από την Αμερική», ενώ ανέθετε στις ένοπλες δυνάμεις την ευθύνη να αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της ασφάλειας του έθνους και της παγκόσμιας στρατιωτικής υπεροχής.

Μετά από σχεδόν έξι χρόνια από την αρχή της προεδρικής θητείας του Barack Obama, αξιολογούνται κάποιες "αλλαγές" που δεν αντιστοιχούν στις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν όταν ανέλαβε την εξουσία. Έχουν εγκριθεί οι υψηλότεροι προϋπολογισμοί άμυνας στην ιστορία αυτού του έθνους, παρά τις έντονες σοβαρές επιδράσεις της χρηματοοικονομικής κρίσης και τις επιπτώσεις της στην αμερικανική κοινωνία, όπου οι ανισότητες έχουν επιδεινωθεί, εκατομμύρια άνθρωποι έχουν χάσει την εργασία τους και την κατοικία τους, με τον αμερικανικό λαό να επωμίζεται το βάρος ενός τεράστιου δημόσιου χρέους, που υπερβαίνει τα 16 δισεκατομμύρια δολάρια, φτάνοντας στην εκτιμώμενη αξία των περιουσιακών στοιχείων που έχουν συσσωρευτεί από το έθνος.

Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου των ΗΠΑ προέβλεψε ότι αν συνδυαστούν διάφοροι παράγοντες που είναι αρκετά πιθανό να εμφανιστούν, το χρέος θα υπερβεί το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν για το 2021 και σχεδόν θα είναι το διπλάσιο από αυτό στο επόμενο τέταρτο του αιώνα. 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι η πιο καταχρεωμένη χώρα στον πλανήτη και συνεχίζουν να χρηματοδοτούν τις υπέρογκες δαπάνες τους, χρησιμοποιώντας την αποταμίευση της διεθνούς κοινότητας, χάρη στα προνόμια που τους παρέχει η άδικη χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική που αυτό το έθνος έχει επιβάλει επτά δεκαετίες πριν, όπως εξηγείται στο βιβλίο.

Αυτό το ηγεμονικό προνόμιο απορρίπτεται και αμφισβητείται όλο και περισσότερο, ακόμη και από τους ίδιους τους συμμάχους τους και άλλες σημαντικές διεθνείς δυνάμεις με αυξημένο ειδικό βάρος στην παγκόσμια οικονομία, οι οποίοι αμφισβητούν την αμερικανική ηγεσία σε αυτό το στρατηγικό μέτωπο, ενώ προωθούν την αξιολόγηση του θέματος σε διάφορους μηχανισμούς οικονομικής και πολιτικής ολοκλήρωσης, που συγκεντρώνουν την μεγάλη πλειοψηφία των Εθνών του κόσμου, που υποστηρίζουν την επανασχεδίαση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, υποβοηθώντας το με ένα ισχυρό νόμισμα, που δεν θα υπόκειται στην επικίνδυνη και επιβλαβή αστάθεια του αποδυναμωμένου νομίσματος των ΗΠΑ.

Ήταν ακριβώς αυτά τα αυτοκρατορικά προνόμια, που επέτρεψαν στις ΗΠΑ να "σώσει" με αστρονομικά ποσά υποτιμημένων αμερικανικών δολαρίων, τις μεγάλες τράπεζες και εταιρείες τους από την καταστροφική κρίση που δημιουργήθηκε ακριβώς από την ανεξέλεγκτη κερδοσκοπία τους, προκαλώντας την επέκτασή της στην παγκόσμια οικονομία, παγκοσμιοποιώντας τις επιβλαβείς κοινωνικές επιπτώσεις εις βάρος των πιο μειονεκτικών τάξεων από πολλές χώρες στη διεθνή κοινότητα, τόσο του Βορρά όσο και του Νότου, συμπεριλαμβανομένης της Ελληνικής Δημοκρατίας, αποτελώντας την γένεση του σημερινού κλίματος αστάθειας και ανομίας, που δημιουργεί συγκρούσεις πολλαπλών τύπων σε διάφορα γεωγραφικά πλάτη του πλανήτη.

Για αυτό είναι ειρωνικό το γεγονός ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ και οι δυνάμεις της Δύσης, έχοντας προκαλέσει την τρέχουσα κατάσταση και όντας υπεύθυνες για τις ανυπολόγιστες συνέπειες για την ανθρωπότητα, παρακινημένες από τις ιστορικές φιλοδοξίες τους για τον έλεγχο στρατηγικών πόρων που απαιτούνται για τις σπατάλες τους, παράλογες και ακόρεστες κοινωνίες, χρησιμοποιούν το πρόσχημα της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την «ευθύνη τους για την προστασία τους», ως όχημα για την επέμβαση και ανάμιξή τους στα εσωτερικά προβλήματα διαφόρων ανεξάρτητων εθνών της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, της Ευρώπης, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής.

Εκμεταλλεύονται κυνικά τις περιστάσεις που απορρέουν από την πολύπλοκη κοινωνική πραγματικότητα και τις γνήσιες λαϊκές διαδηλώσεις στις χώρες αυτές, που απορρίπτουν ακριβώς την εγχώρια βλάβη από τις επιπτώσεις της άδικης διεθνούς τάξης πραγμάτων, που έχει επιβληθεί από τα έθνη του λεγόμενου «πρώτου κόσμου» και τις κακές οικονομικό-χρηματοπιστωτικές πρακτικές τους, οι οποίες παράγουν επαναλαμβανόμενες και επιβλαβείς κρίσεις διαφορετικού χαρακτήρα, των οποίων οι χειρότερες συνέπειες πέφτουν πάνω στις πιο φτωχές και ευάλωτες κοινωνικές τάξεις στη συντριπτική πλειοψηφία των χωρών του κόσμου.

Η κατάσταση αυτή δημιουργεί εστίες κοινωνικής έντασης και συγκρούσεις σε διάφορες χώρες του κόσμου, που βιώνουν από πρώτο χέρι τις συνέπειες του θανάτου και της καταστροφής, που προκαλούν οι νέοι πόλεμοι του ιμπεριαλισμού σε αναζήτηση λείας.

Η γενοκτονία που διαπράχθηκε από το ΝΑΤΟ κατά του λαού της Λιβύης και η ανάμιξη των μελών του με ηγέτη τις Ηνωμένες Πολιτείες στην προώθηση της πολιτικής αστάθειας και της ανομίας σε χώρες όπως η Συρία, η Ουκρανία και η Βενεζουέλα, προτίθεται να αναδείξει το μοντέλο της νεοαποικιακής δράσης των δυτικών δυνάμεων στον 21ο αιώνα, που προσπαθούν να επιβάλουν σε άλλα έθνη την ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων.

Για τον σκοπό αυτό, να χρησιμοποιούν τις δικές τους μεθόδους "Ανορθόδοξου Πολέμου", σύμφωνα με την ορολογία του Πενταγώνου των ΗΠΑ, με τη συμμετοχή μισθοφόρων που διοργανώνονται, εκπαιδεύονται και χρηματοδοτούνται από τις υπηρεσίες πληροφοριών τους και τις ειδικές δυνάμεις.

Επίσης, χρησιμοποιούν τις τεχνολογικές εξελίξεις στην πληροφορική και στις επικοινωνίες προκειμένου να ενισχύσουν τις δυνατότητες του παγκόσμιου συστήματος κατασκοπείας που διαθέτουν, πραγματοποιώντας ενέργειες πολιτικής και ιδεολογικής αποσταθεροποίησης σε διάφορα τμήματα του πληθυσμού των χωρών που δεν συμμορφώνονται προς τα συμφέροντά τους, καθώς μετατρέπουν τον κυβερνοχώρο σε ένα θέατρο στρατιωτικών επιχειρήσεων, όπου οι διαδικτυακές επιθέσεις είναι δυνητικά πιο θανατηφόρες και από τα συμβατικά όπλα, δεδομένου ότι οι ευαίσθητες υποδομές που υποστηρίζουν τα συστήματα και οι βασικές υπηρεσίες στις υπό επίθεση χώρες στηρίζονται όλο και περισσότερο σε αυτές ακριβώς τις τεχνολογίες.

Τα κράτη μέλη της Ατλαντικής Συμμαχίας που εμπλέκονται υποτιμούν τις σοβαρές συνέπειες που έχει το γεγονός αυτό για τη σταθερότητα των περιοχών αυτών και τις πιθανές επιπτώσεις για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, ενώ προσποιούνται ότι αγνοούν τις θέσεις που έχουν συμφωνηθεί με μεγάλους παγκόσμιους παίκτες όπως η Κίνα και η Ρωσία, οι οποίοι έχουν εργαστεί εντατικά ώστε να αποφευχθεί η κλιμάκωση της επιθετικότητας και το ξέσπασμα νέων ένοπλων συγκρούσεων.

Εν τω μεταξύ, εξαπλώνονται οι αποσταθεροποιητικές συνέπειες της κρίσης στον «αναπτυγμένο» Βορά και αυξάνεται η λαϊκή απόρριψη της κρατούσας κοινωνικο-οικονομικής τάξης, εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης του νεοφιλελευθερισμού.

Οι συνέπειες της εφαρμογής στο έπακρο του εν λόγω ακραίου παρακμιακού «παραδείγματος» και των πολιτικών λιτότητας που επιβάλλονται από τις ελίτ της παγκόσμιας εξουσίας στο πλαίσιο της λεγόμενης «Συναίνεση της Ουάσιγκτον», έχουν ευνοήσει τις αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες για την ανάδειξη λαϊκών κινημάτων αποφασισμένων να ανατρέψουν αυτή τη μη βιώσιμη τάξη πραγμάτων.

Η ανθρώπινη έκρηξη των αγανακτισμένων πολιτών σε διάφορες χώρες του κόσμου, που ανεξάρτητα από ιδεολογικές θέσεις ή πολιτικές πεποιθήσεις έχουν ενωθεί σε μια προσπάθεια διεκδίκησης γύρω από βασικές κοινωνικές ανάγκες, θα μπορούσε να οδηγήσει σε επαναστατικές διαδικασίες με πραγματικές απαιτήσεις πολιτικής αλλαγής, όπως συνέβη στη Λατινική Αμερική κατά την τελευταία δεκαετία, ως αποτέλεσμα της επισφαλούς ύπαρξης στην οποία τη βύθισαν τόσα χρόνια νεοφιλελεύθερων επιταγών, και η οποία, με την ίδρυση της Κοινότητας Κρατών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, φιλοδοξεί να υπερνικήσει τις θηριωδίες της αυτοκρατορίας και τις αδικίες που έχει υποστεί επί μισή χιλιετία.

Ενισχύεται ο πρωταγωνιστικός πολιτικός αυτών των αναδυόμενων κοινωνικών κινημάτων ενώ παράλληλα δυσφημίζονται και απονομιμοποιούνται οι κυβερνήσεις και τα παραδοσιακά κόμματα που παραδόθηκαν υπό την πίεση του μεγάλου διεθνούς κεφαλαίου και των εγχώριων ολιγαρχών εις βάρος της μεγάλης μάζας των περιθωριοποιημένων και των απόκληρων, στις εκκλήσεις των οποίων κώφευσαν.

Σε έναν πολυτάραχο και αλληλοεξαρτώμενο κόσμο, οι κρίσεις παγκοσμιοποιούνται με την ίδια ταχύτητα που δημιουργούνται, και είναι πολυδιάστατες, καθώς συγκλίνουν με σοβαρά προβλήματα οικονομικά, περιβαλλοντικά, σίτισης, υγείας, ενέργειας, τεχνολογικά και πολλά άλλα, με σοβαρές επιπτώσεις κοινωνικές και πολιτικές από τις οποίες δεν γλιτώνει καμία περιοχή ή έθνος στον πλανήτη, αφού συχνά είναι απρόβλεπτες και αναπόφευκτες και έχουν τη ρίζα τους σε πολυσχιδή προβλήματα με διαφορετικές κάθε φορά συνέπειες.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ασφάλεια και η σταθερότητα των χωρών και η παγκόσμια ειρήνη θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από τον συντονισμό και τη συνεργασία μεταξύ όλων των κοινωνικών φορέων και της διεθνούς κοινότητας, χωρίς επιβολές ή ηγεμονικούς όρους, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι πραγματικές αιτίες που γεννούν τις συγκρούσεις και την ανασφάλεια, που δεν είναι άλλες από τη φτώχεια και την απελπισία, τον αποκλεισμό και την αδικία, τις συγκλονιστικές ανισότητες μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών και μεταξύ στρωμάτων του πληθυσμού, την έλλειψη βιώσιμων επιλογών για την ανάπτυξη, την έλλειψη πρόσβασης στη γνώση και την τεχνολογία, στους υλικούς και χρηματοπιστωτικούς πόρους που απαιτούνται για την ενίσχυση της παραγωγής αγαθών, υπηρεσιών και πηγών απασχόλησης.

Ως εκ τούτου, εκτός από τη «θέληση για αλλαγή» που εκφράζεται και τις στρατηγικές που χαράζουν οι μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη με γνώμονα τη διασφάλιση των συμφερόντων τους, προκειμένου να ανατρέψουμε την περίπλοκη κατάσταση που αντιμετωπίζουμε χρειάζεται να βρούμε βιώσιμες λύσεις στα οικουμενικά προβλήματα, έτσι ώστε να ικανοποιηθούν ορθολογικά οι προσδοκίες της ανθρωπότητας και να μην οδηγηθεί αναπόδραστα στην αυτοκαταστροφή με την επίμονη και εγωιστική στάση των ελίτ που εξακολουθούν να φιλοδοξούν να είναι κυρίαρχοι του κόσμου με οποιοδήποτε κόστος.

Ελπίζω ότι το περιεχόμενο του βιβλίου θα έχει ενδιαφέρον για τους Έλληνες αναγνώστες, με δεδομένο το εύρος των κοινών συμφερόντων και την ομοιότητα των θέσεων μεταξύ των λαών μας σε διαφορετικές στιγμές της ιστορίας των δύο χωρών, ιδιαίτερα σε βασικά θέματα που αφορούν την υπεράσπιση των αρχών και των δίκαιων υποθέσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς και τις συνεχιζόμενες προσπάθειες για τη διατήρηση της ειρήνης και της διεθνούς ασφάλειας.